30.1.13

Αγγελία

«Πωλούνται τρεις αμαξάδες, καλά εκπαιδευμένοι και πολύ εμφανίσιμοι, δύο κομμωτές: ο ένας 21 ετών, ξέρει ανάγνωση και γραφή, παίζει μουσικό όργανο και εκτελεί χρέη αμαξηλάτη, πωλούνται επίσης πιάνα και εκκλησιαστικά όργανα.»

Αγγελία στη Μόσχα, 1801

22.1.13

paisaje urbano



Gordon Cullen, The concise townscape

12.12.12

Ο Πεζός

Ο παρεκκλίνοντας (Ο Πεζός του Ray Bradbury)

Το κάτωθι έργο το εμπνεύστηκε ο Bradbury το 1950 από μια τραυματική εμπειρία που είχε τη δεκαετία του 1940 με την Αστυνομία του Los Angeles, θεωρώντας ότι ήταν μια ένδειξη για την απειλή προς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πεζών και κατ' επέκταση των πολιτών.

Του Νικόλα Μιτζάλη


Το να εισέλθεις σε εκείνη τη σιωπή που βρισκόταν η πόλη στις οκτώ η ώρα ενός ομιχλώδους σούρουπου του Νοεμβρίου, να βάλεις τα πόδια σου πάνω σε εκείνη τη ρικνή τσιμεντένια υφή του περιπάτου, να ποδοπατήσεις τα χορταριασμένα διάκενα του γρασιδιού και να ανοίξεις δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες, διαμέσου των σιωπών, ήταν αυτό που ο κύριος Leonard Mead αγαπούσε του θανατά να κάνει. Στεκόταν πάνω στη γωνία μιας διασταύρωσης και περιεργαζόταν τους φεγγαρόλουστους διαδρόμους των πεζοδρομίων σε τέσσερις διευθύνσεις, για να αποφασίσει ποιον δρόμο να πάρει, λες και είχε κάποια σημασία. Ήταν μόνος σε αυτόν τον κόσμο του 2053 μ.Χ., ή ωσάν μόνος, και με μια παρμένη τελική απόφαση, με ένα επιλεγμένο μονοπάτι, αργαλεύοντας, με την ανάσα του να στέλνει σχηματισμούς παγωμένου αγέρα, όπως ο καπνός από πούρο.

Κάποιες φορές, περπατούσε για ώρες και για χιλιόμετρα και γυρνούσε μονάχα τα μεσάνυχτα στο σπίτι του. Στο δρόμο του έβλεπε τα σπίτια και τις μονοκατοικίες με τα σκοτεινά τους παράθυρα και ήταν σαν να περπατούσε μέσα από ένα νεκροταφείο, όπου μονάχα οι ασθενικές αχνοφεγγιές των πυγολαμπίδων τρεμόπαιζαν πίσω από τα παράθυρα. Ξαφνικά, γκρίζα φαντάσματα έμοιαζαν να σχηματίζονται στους εσωτερικούς τοίχους, όπου μια κουρτίνα παρέμενε αχρησιμοποίητη ενάντια στη νύχτα, ή υπήρχαν ψίθυροι και μουρμουρίσματα, ενώ ένα παράθυρο, σε ένα κτήριο που έμοιαζε με μαυσωλείο, παρέμενε ανοικτό.

Ο κύριος Leonard Mead κοντοστεκόταν, ανασήκωνε το κεφάλι του, άκουγε, κοίταζε, και προχώραγε με τα πόδια του να μην κάνουν θόρυβο στον φθαρμένο περίπατο. Εδώ και καιρό το είχε συνετά γυρίσει στα αθλητικά παπούτσια, όταν σεργιανούσε τη νύχτα, γιατί αλλιώς, εάν φορούσε σκληρά τακούνια, τα σκυλιά σε ακανόνιστες αγέλες θα συνόδευαν το ταξίδι του με γαβγίσματα, φώτα μπορεί να άναβαν, πρόσωπα θα εμφανίζονταν και ένας ολάκερος δρόμος θα ταρασσόταν με το πέρασμα μιας μοναχικής φιγούρας, της δικιάς του, το απόγευμα των αρχών του Νοεμβρίου.

Εκείνο το ιδιαίτερο απόγευμα ξεκίνησε το ταξίδι του με δυτική κατεύθυνση, προς την κρυμμένη θάλασσα. Υπήρχε μια καλή κρυσταλλένια πάχνη στον αέρα. "Έριχνε" μύτες και έκανε τα πνευμόνια να καίνε, όπως τα φώτα ενός χριστουγεννιάτικου δέντρου. Μπορούσες να αισθανθείς τα κρύα του φώτα να αναβοσβήνουν. Όλα τα κλαδιά γεμάτα με αόρατο χιόνι. Άκουσε με ικανοποίηση τον ήχο από την ανεπαίσθητη πίεση των μαλακών παπουτσιών του στα φθινοπωρινά φύλλα και, σηκώνοντας περιστασιακά ένα καθώς περνούσε, φύσηξε ένα κρύο, ήσυχο σφύριγμα μεταξύ των χειλιών του, εξετάζοντας τη σκελετική του μορφή στους σποραδικούς φανούς, καθώς προχωρούσε, μυρίζοντας τη γήινη, αποσαθρωμένη του οσμή.

«Γεια σου, εκεί», ψιθύριζε σε κάθε σπίτι κάθε πλευράς καθώς κινιόταν.
«Τι έχει απόψε στο Κανάλι 4, στο Κανάλι 7, στο Κανάλι 9; Πού είναι οι εφορμώντες καουμπόηδες, θα δω στον επόμενο λόφο το ιππικό των ΗΠΑ να διασώζει;»

Ο δρόμος ήταν ήσυχος, μακρύς και άδειος, με μονάχα τη σκιά του να κινείται σαν τη σκιά ενός γερακιού στη μεσοχώρα. Εάν έκλεινε τα μάτια του και καθόταν ακίνητος, παγωμένος, μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του στο κέντρο μιας επίπεδης, χειμερινής, απάνεμης ερήμου της Αριζόνας με κανένα σπίτι σε απόσταση χιλιάδων μιλίων, και μονάχα ξερές κοίτες ποταμού, τους δρόμους, για παρέα.

«Τι συμβαίνει τώρα;» ρώτησε τα σπίτια, παρατηρώντας το ρολόι χειρός του.
«Οι ειδήσεις των 8.30; Ώρα για καμιά δωδεκαριά δολοφονίες στη σειρά; Ένα κουίζ; Μια θεατρική επιθεώρηση; Μια πτώση κωμικού από τη σκηνή;»

Εκείνος ο μορμυρισμός γέλιου προερχόταν μέσα από ένα φεγγαρόχρωμο λευκό σπίτι; Δίστασε, αλλά προχώρησε όταν τίποτα περισσότερο δε συνέβη. Παραπάτησε πάνω σε μια ανισόπεδη επιφάνεια του πεζοδρομίου. Το τσιμέντο εξαφανιζόταν κάτω από τα λουλούδια και το γρασίδι. Στα δέκα χρόνια που περπατούσε νύχτα ή μέρα, για χιλιάδες μίλια, δεν είχε ποτέ συναντήσει άλλον περιπατητή, ούτε έναν σε όλο αυτό το διάστημα.

Έφτασε στη διασταύρωση ενός ανισόπεδου κόμβου που στεκόταν σιωπηλός, ενώ δύο κεντρικές αρτηρίες διέσχιζαν την πόλη. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, υπήρχε μεγάλη έξαρση αυτοκινήτων, τα βενζινάδικα ήταν ανοιχτά, ένα μεγάλο έντομο ρόιζε και ακατάπαυστοι ελιγμοί θέσης, καθώς σκαραβαίοι, με μια έντονη μυρωδιά να αναδύεται από τις εκκρίσεις τους, επιστρέφουν οίκαδε προς όλες τις κατευθύνσεις. Τώρα, όμως, κι αυτοί οι λεωφόροι έμοιαζαν με χείμαρρους σε μια άνυδρη εποχή, όλοι ακτινοβολώντας πέτρα, άσφαλτο και φεγγάρι.

Γύρισε πίσω σε έναν παράδρομο, κάνοντας κύκλους για το σπίτι του. Ήταν ένα τετράγωνο πριν τον προορισμό του, όταν το μοναχικό αυτοκίνητο έστριψε στη γωνία αρκετά απότομα και έριξε ένα άγριο λευκό κώνο φωτός πάνω του. Έμεινε αποσβολωμένος, όπως μια νυχτοπεταλούδα, ζαλισμένος από τη φωταγώγηση, και μετά μαγνητισμένος από αυτή.

Μια μεταλλική φωνή τον κάλεσε:
«Στάσου ακίνητος. Στάσου εκεί που είσαι! Μην κινείσαι!»
Σταμάτησε.
«Ψηλά τα χέρια σου!»
«Μα...» είπε.
«Τα χέρια ψηλά! Αλλιώς, θα πυροβολήσουμε!»

Η Αστυνομία ήταν, ασφαλώς, αλλά τι σπάνιο, απίστευτο πράγμα. Σε μια πόλη τριών εκατομμυρίων, υπήρχε μονάχα ένα περιπολικό εναπομείναν, δεν ήταν σωστό; Ακόμα και έναν χρόνο πριν, το 2052, την εκλογική χρονιά, το δυναμικό περικόπηκε από τα τρία αμάξια στο ένα. Το έγκλημα έφθινε. Δεν υπήρχε ανάγκη για αστυνομία, εκτός εκείνου του μοναχικού αμαξιού που περιδιάβαινε και περιδιάβαινε τους άδειους δρόμους.
«Το όνομά σου;» είπε το περιπολικό με ένα μεταλλικό σφύριγμα. Από το έντονο φως στα μάτια του δεν μπορούσε να δει τους άντρες που βρίσκονταν μέσα σε αυτό.
«Leonard Mead», είπε.
«Δυνατά!»
«Leonard Mead!»
«Δουλειά ή ιδιότητα;»
«Θα με λέγατε, μάλλον, συγγραφέα».
«Ανεπάγγελτος», είπε το αστυνομικό αυτοκίνητο, σαν να απευθυνόταν στον εαυτό του. Το φως τον κρατούσε ακίνητο, όπως ένα έκθεμα μουσείου.
«Μπορείς να το πεις κι αυτό», είπε ο κ. Mead. Είχε χρόνια να γράψει. Τα περιοδικά και τα βιβλία δεν πωλούνταν πια.

Τα πάντα συνεχίζονται στα τυμβοειδή σπίτια τη νύχτα, σκέφτηκε, συνεχίζοντας την ψευδαίσθησή του. Οι τάφοι, αναιμικά φωτισμένοι από το φως της τηλεόρασης, με τους ανθρώπους να κάθονται όπως οι νεκροί, με τα γκρίζα ή έγχρωμα φώτα να αγγίζουν τα πρόσωπά τους, χωρίς στην πραγματικότητα να τους αγγίζουν.

«Ανεπάγγελτος», είπε η φωνή από τον φωνόγραφο, συρίζοντας, «τι κάνεις έξω;»
«Περπάτημα», είπε ο Leonard Mead.
«Περπάτημα!»
«Απλά περπάτημα», είπε απλά, αλλά το πρόσωπό του κρύωσε.
«Περπάτημα, απλά περπάτημα, περπάτημα;»
«Ναι, κύριε»
«Περπατώντας για πού; Γιατί;»
«Περπατώντας για αέρα. Περπατώντας για να δω».
«Τη διεύθυνσή σου!»
«Eleven South Saint James Street».
«Υπάρχει αέρας στο σπίτι σου, έχεις κλιματιστικό, κύριε Mead;»
«Ναι»
«Και μήπως έχεις τηλεόραση στο σπίτι σου, την οποία και βλέπεις;»
«Όχι»
«Όχι;» Υπήρχε μια εύθραυστη ηρεμία που από μόνη της ήταν κατηγόρια.
«Είστε παντρεμένος, κύριε Mead;»
«Όχι»
«Άγαμος», είπε η αστυνομική φωνή πίσω από την πύρινη ακτίνα.

Το φεγγάρι ήταν ψηλά και καθαρά μεταξύ των άστρων και τα σπίτια ήσαν γκρίζα και σιωπηλά.

«Κανένας δε με ήθελε», είπε ο Leonard Mead με χαμόγελο.
«Μη μιλάς, εκτός εάν σου απευθύνουν τον λόγο!»

Ο Leonard Mead περίμενε στο κρύο φως.

«Απλά περπάτημα, κύριε Mead;»
«Ναι»
«Αλλά δε μας εξήγησες για ποιον λόγο»
«Εξήγησα: για τον αέρα, και για να δω, και απλά για να περπατήσω»
«Το κάνεις αυτό συχνά;»
«Κάθε βράδυ, για χρόνια»

Το περιπολικό έμεινε στο κέντρο του δρόμου, με το άτονο βομβητό τού ραδιοφώνου του.

«Λοιπόν, κύριε Mead», είπε.
«Αυτό είναι όλο;» ρώτησε ευγενικά.
«Ναι», είπε η φωνή. «Εδώ». Υπήρχε ένα σήμα, μια ταμπέλα. Η πίσω πόρτα του περιπολικού άνοιξε απότομα διάπλατα.
«Μπες μέσα».
«Ένα λεπτό, δεν έκανα τίποτα!»
«Μπες μέσα»
«Διαμαρτύρομαι!»
«Κύριε Mead»

Περπάτησε σαν κάποιον που απότομα μέθυσε. Καθώς προσπέρασε το μπροστινό παράθυρο του αυτοκινήτου, κοίταξε μέσα. Όπως το περίμενε, δεν υπήρχε κανένας στην μπροστινή θέση, κανένας στο αμάξι γενικά.

«Μπες μέσα»

Έβαλε το χέρι του στην πόρτα και περιεργάστηκε την πίσω θέση, που ήταν ένα μικρό κελί, μια μικρή μαύρη φυλακή με κάγκελα. Μύριζε πιρτσινωτό ατσάλι. Μύριζε αψύ αντισηπτικό. Μύριζε υπερβολικά καθαριότητα, σκληρότητα και μέταλλο. Δεν υπήρχε τίποτα το μαλακό εκεί.

«Εάν είχες μια γυναίκα να σου δώσει ένα άλλοθι», είπε η σιδερένια φωνή, «Αλλά...»
«Πού με πάτε;»

Το αυτοκίνητο δίστασε, ή μάλλον έκανε ένα αχνό κριγμό βομβητού μηχανής, σαν να βγάζει διάτρητες κάρτες, υπό το βλέμμα ηλεκτρικών ματιών.

«Στο Ψυχιατρικό Κέντρο Έρευνας Παρεκκλίνουσων Τάσεων»

Μπήκε μέσα. Η πόρτα έκλεισε με ένα μαλακό γδούπο. Το περιπολικό τσούλησε μέσα από τις λεωφόρους της νύχτας, αναβοσβήνοντας μπροστά τα αμυδρά του φώτα.

Πέρασαν ένα σπίτι σε ένα δρόμο, μια στιγμή μετά, ένα σπίτι σε μια ολόκληρη πόλη από σκοτεινά σπίτια. Ιδιαίτερα εκείνο το σπίτι, όμως, ήταν κατάφωτο, κάθε παράθυρο είχε έναν κραυγαλέα κίτρινο φωτισμό, αξιοπρεπή και ζεστό στο δροσερό σκοτάδι.

«Αυτό είναι το σπίτι μου», είπε ο Leonard Mead.

Κανένας δεν του απάντησε.

Το αυτοκίνητο κατηφόρισε στους άδειους δρόμους-κοίτες ποταμών και απομακρύνθηκε αφήνοντας τους δρόμους άδειους, τα πεζοδρόμια άδεια και κανέναν ήχο, καμία κίνηση εκείνο το ψυχρό βράδυ του Νοέμβρη.

27.11.12

Πικιώνης

« Ο Πικιώνης συμφωνούσε με αρκετά αιτήματα του μοντέρνου κινήματος στην αρχιτεκτονική αλλά απέστεργε ορισμένες ακραίες θέσεις του. Ιδιαίτερα τον ενοχλούσε το δόγμα του φονξιοναλισμού, ότι δηλαδή κατά τον σχεδιασμό ενός αρχιτεκτονήματος το πρωταρχικό μέλημα είναι η σωστή λειτουργία του,από την οποία θα προκύψει λίγο-πολύ αυτόματα και η μορφή του. Εδώ ο Πικιώνης αντέτασσε ως επιχείρημα μια φράση που έχει μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μου:“Δεν αγαπάς μια γυναίκα για την καλή λειτουργία των σπλάχνων της”»

24.10.12

zumthor vs rem


“Στη βιβλιογραφία του αστικού σχεδιασμού, η νοσταλγία για μια φανταστική χαμένη κοινότητα έχει διαστρεβλώσει τον τρόπο με τον οποίο οι αρχιτέκτονες νέων αστικών συνοικιών εκλαμβάνουν την αποκατάσταση των σχέσεων της “κοινότητας”, κυρίως με βάση έναν πιο αποτελεσματικό κοινωνικό έλεγχο υποτελών κοινωνικών ομάδων” 
Aν αυτό συνδυαστεί με μια γενικότερη αντίληψη των αρχιτεκτόνων, πως η αστική κοινωνιολογία και ανθρωπολογία τους αφορά ως χόμπι, παρά ως απαραίτητο εργαλείο, καταλαβαίνουμε γιατί πολλές κοινωνικές θεωρήσεις τoυς είναι πλασματικές και οδηγούν σε μη χρηστικές κοινωνικές λύσεις.



όλο το άρθρο εδώ

πάνω που αρχίζω να προβληματίζομαι με τις αρχιτεκτονικές/πολεοδομικές μελέτες και προτάσεις διάφορων 'αριστερών'

23.10.12

οι ανυπότακτοι



παράλληλα με τα Δώδεκα λοξά βλέμματα του Περέκ στο Σκέψη/Ταξινόμηση

30.9.12

an oversimplification of her beauty



αισθητικά και μορφολογικά
αναλυτική ψυχολογία
an overanalisation of the situation
έρωτας
απόρριψη
βγάλτο από μέσα σου
καταιγισμός σκέψεων
συναισθημάτων
εικόνων
ο τύπος είναι μεγαλοφυΐα

21.9.12

σκέψη/ταξινόμηση

Γυρνώντας στο εφηβικό μου δωμάτιο, βρήκα στοίβες σιντί από το γυμνάσιο με συλλογές από τραγούδια, κι άλλα που μου είχαν γράψει τα μεγαλύτερα ξαδέρφια μου, ή το πρώτο σιντί που μου 'χε γράψει ο πατέρας μου πριν η ηλικία μου αποκτήσει δεύτερο ψηφίο, με το αγαπημένο μου τραγούδι από μια διαφήμιση Ballantine's, για το οποίο (και για να ικανοποιήσει τη μονάκριβη κόρη του), ανακάλυψε τις παράνομες χαρές του file sharing. Ωραίες εποχές.... Βέβαια, εκείνα τα τραγούδια πια δεν ακούγονται. Στο δημοτικό Britney Spears και Madonna... Στο γυμνάσιο βελτιώνεται κάπως η κατάσταση, αν και βρήκα κάπου μια Τάμτα που μου 'χε γράψει ο ξάδερφός μου και κόντεψαν να μου πέσουν τα μαλλιά. Τελικά ο ξάδερφος όλο πίπες άκουγε, και τα κλαμπίστικα μπιτάκια του, και τα ibiza lounge... Στο γυμνάσιο η Α. με μύησε στους Κατσιμιχαίους και τα Ξύλινα Σπαθιά. Αλλά το πιο σπουδαίο που της χρωστάω είναι ο γέρο-Μαθιός. Ίσως είναι ο έρωτας που κράτησε περισσότερο απ΄ όλους.

Παρατήρησα ότι μέχρι πέρυσι, με όλους τους γκόμενους ανταλλάζαμε μουσική. Κυρίως, αυτοί ήταν πιο ψαγμένοι και με ψάρωναν. Ο καθένας άκουγε τα δικά του, τελείως διαφορετικά πράγματα, με αποκορύφωμα τον Π., που γέμισε τον εξωτερικό σκληρό μου, μεγέθους ένα τέρα, με ό,τι μπορεί να βάλει το νοσηρό μυαλό ενός μουσικόφιλου. Τα τελευταία τρία χρόνια προσπαθώ ακόμα ν' ακούσω όλη τη συλλογή. Ήμουν πεπεισμένη πως πιο πολύ αγαπούσε τη μουσική παρά εμένα, πιο ταιριαστό ζευγάρι θα ήταν με τον Damon Albarn, έπινε νερό στο όνομά του. Ούτε για ταινίες πια δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε, το μόνο που ήξερε να σχολιάσει ήταν το σάουντρακ (εκτός αν η ταινία ήταν κάνα μουσικό ντοκιμαντέρ, οπότε ίδρωνε το αυτί του και από την υπόθεση). Η καλύτερη σχέση, όμως, από μουσική άποψη, ήταν με τον Γ. Το μοναδικό του ενθύμιο, ένα σιντί με τίτλο ένα σεμνό, κόκκινο "Jazzz", με κάνει να αναρωτιέμαι, ΤΙ ΑΚΟΥΓΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ!

Το συμπέρασμα μετά από μερικά χρόνια σχέσεων είναι, καλύτερα ο μεγάλος αδερφός σου ν' ακούει Bill Evans παρά Blur. Σε κάθε περίπτωση, η περίοδος του σχολείου και των ανέμελων φοιτητικών σχέσεων τελείωσε και πήρε μαζί της και τις μουσικές της. Όταν τα σπάσαμε με τον Π, έμεινα να κοιτάζω τα gigabites που είχαν συσσωρευτεί στη μνήμη μου (και του υπολογιστή και του μυαλού) και να μη με συγκινούν πια. Βρήκα τις παρέες μου, τον εαυτό μου, τη μουσική μου. Και αφού έχω ακούσει ό,τι μπορεί να περάσει απ΄το μυαλό σου, δε συμβιβάζομαι πια με τίποτα λιγότερο απ΄αυτό που ξέρω ότι ψάχνω, κάτι δυνατό κι αυθεντικό, ειλικρινές και (μουσικά) ώριμο, άσχετα από το είδος. Τέρμα πια οι ανταλλαγές σιντί, τέρμα τα ατελείωτα λάιβ και οι συναυλίες, μας τελείωσαν και τα μουσικά blog. Με τους τελευταίους έρωτες δεν ανταλλάζουμε μουσική, αλλά βιβλία. Στο μέλλον δε θα βρίσκω τα εφηβικά σιντί που μου 'γραψε κάποιος, αλλά την αφιέρωσή του στην πρώτη σελίδα αγαπημένων βιβλίων. Κι αν ο Πεσσόα έχει μία φορά αξία για την οξύτητα της σκέψης του, αποκτά και δεύτερη απ΄τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στα χέρια μου. Βέβαια, οι μουσικές συνδέσεις δε χάθηκαν, απλώς περιορίστηκαν, και κωδικοποιήθηκαν σε μια καινούρια γλώσσα, σ' έναν άλλο τρόπο ζωής.

Λατρεύω τα βιβλία με αφιερώσεις που βρίσκω στη βιβλιοθήκη των γονιών μου, ή σε κάποιο παλαιοπωλείο. Μαντεύω τα χέρια που το άγγιξαν, ψάχνω τις σημειώσεις τους. Στο μυαλό μου σχεδιάζω φανταστικές ιστορίες, έρωτες και φιλίες, συζητήσεις, βλέμματα και όνειρα.

Το σκέψη/ταξινόμηση είναι ένα βιβλίο του Perec... τον οποίο ευτυχώς ποτέ δε γνώρισα. Θα είχα την ίδια υστερική αντίδραση μ' εκείνη τη θαυμάστρια του Μαραβέγια, "ναι, ναι, να παντρευτούμε, ναι ναι, όσα παιδιά θες εσύ, ναι ναι, να 'ρθει και η μαμά σου να μείνει μαζί μας" (Ποτέ δεν κατάλαβα τη λατρεία τόσων αντιπροσώπων του φύλου μου για το συγκεκριμένο μουσικό....) Ενώ ο Perec...





24.7.12

ανακεφαλαιώσεις

























τέταρτη μετακόμιση μέσα σε τρία χρόνια. μάζευα τα βιβλία σε κούτες. σ' ένα ράφι παλιά περιοδικά και αποκόμματα εφημερίδας. κάτι ξεχασμένα vice, άλλα στα ελληνικά και άλλα στα γερμανικά. ποτέ δεν το συμπάθησα το vice, αυτό το στυλ που λανσάρει, "μη γυρίσεις σπίτι αν δεν τα 'χεις κάνει όλα πουτάνα". αλλά κάτι με κρατούσε απ΄το να τα πετάξω. σκεφτόμουν πως σε μερικά χρόνια αυτές οι μπούρδες θα 'ναι τα αναμνηστικά και αποδεικτικά στοιχεία μιας γενιάς (της δικιάς μου, γιακ!), πως όταν θα τα βρω μετά από είκοσι χρόνια κάπου καταχωνιασμένα θα νιώσω όπως όταν βρήκα τη συλλογή από περιοδικά του '80 του πατέρα μου στο χωριό. και η chloe sevigny με το σκέιτ θα πάρει τη θέση της grace jones με τη σοφτ πορν ενδυμασία. 


τελικά τα πέταξα. αφενός γιατί στα επόμενα είκοσι χρόνια όπως το πάω θα ΄χω μετακομίσει καμιά εικοσαριά φορές ακόμα και δεν παίζει να σέρνω μαζί μου στις πέντε ηπείρους την chloe, αφετέρου γιατί η ανάγκη μου για επιστροφή στα απολύτως απαραίτητα είναι μεγαλύτερη απ΄την φαντασίωση ενός αβέβαιου μέλλοντος. είναι και ο καμύ στη μέση... τι τα θες... 


πιο πολύ θα μου λείψει το χελβέτια παρά η συλλογή χίπστερ περιοδικών. ειδικά μετά από την προαγωγή της τελευταίας εβδομάδας...

15.7.12

εδώ γίνεται σύγκρουσις ποτηρίων

Σε περιόδους εξεταστικής γίνομαι πολύ εφευρετική με το πώς αξιοποιώ το χρόνο μου προκειμένου να μη διαβάσω. Είναι αυτή η παθολογική άρνηση να κάνεις κάτι όταν χρειάζεται να γίνει, ενώ υπό άλλες συνθήκες έχεις θετική στάση απέναντι του. Και αντιθέτως, όταν έρχεται αυτή η άρνηση γι' αυτό που χρειάζεται να γίνει (και γρήγορα), κάνεις με προθυμία άλλα πράγματα που υπό κανονικές συνθήκες αποφεύγεις (γενική καθαριότητα -μέχρι και τα δωμάτια των συγκατοίκων μου θα καθάριζα- εξεζητημένες συνταγές μαγειρικής, απαντάς σε καμιά δεκαριά μέιλ που εκκρεμούν, θυμάσαι να πας σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες για να ρυθμίσεις υποθέσεις σου, ξεθάβεις βιβλία που θες να διαβάσεις, δανείζεσαι κιόλας μερικά, δανείζεσαι δίσκους ν' ακούσεις...) Απ' τις πιο απολαυστικές ασχολίες αντιπερισπασμού (μετά το μαγείρεμα) είναι τα βίντεο με τις διαλέξεις. "Η ευγνωμοσύνη του ανθρώπου που του μαθαίνεις ν' αγκαλιάζει ένα δέντρο και ν' ακούει τους χυμούς του που ανεβαίνουν. Μια ποιότητα που χάνεται στην ηχορύπανση των μεγαλουπόλεων"


Στάσου άνθρωπε και αφουγκράσου

11.7.12

half & half

Fall in love. 

I didn’t say “be loved”. That requires too much compromise. If one changes one’s looks, personality and values, one can be loved by anyone. Rather, I exhort you to love another human being. It may seem odd for me to tell you this. You may expect it to happen naturally, without deliberation. That is false. Modern society is anti-love. We’ve taken a microscope to everyone to bring out their flaws and shortcomings. It far easier to find a reason not to love someone, than otherwise. Rejection requires only one reason. Love requires complete acceptance. It is hard work – the only kind of work that I find palatable.

In loving someone, we become inspired to better ourselves in every way. We learn the truth worthlessness of material things. We celebrate being human.

Finally, you will find that there is no half-measure when it comes to loving someone. You either don’t, or you do with every cell in your body, completely and utterly, without reservation or apology. It consumes you, and you are reborn, all the better for it.

6.7.12

be creative or die

ξεσκονίζοντας τους σελιδοδείκτες στο πισί, βρήκα ένα άρθρο σχετικό με ένα σεμινάριο κοινωνιολογίας που είχα κάνει πριν τρία χρόνια. καλά τα λέει ο τύπος, κι ας βγάζει έναν αέρα ελιτισμού... η ειρωνεία είναι μόνο πως έχω την αίσθηση ότι οι δημιουργικοί έλληνες εν έτι 2012 παίρνουν τα βουνά κι όχι το δρόμο για το σαν φρανσίσκο...


2.7.12

μανίες

μαργαρίτα, μαργαρίτα, αγαπάω τη μαργαρίτα

αν και νομίζω μ΄ άρεσε να τη διαβάζω περισσότερο με αναστατωμένη καρδιά, όσο είμαι ήρεμη δε με εμπνέει τόσο


έλεγα και στην Μ., μην προσπαθήσεις να λύσεις όλα σου τα προβλήματα, μείνε προβληματική και προβληματισμένη, αλλιώς θα χαθεί και η δημιουργικότητα, η αναταραχή, το πάθος, η λαχτάρα, η απόγνωση, ναι, θα χαθεί η δημιουργικότητα


πρέπει να γίνει κάτι συγκλονιστικό, την παρασκευή οι τοίχοι μου ούρλιαζαν, ήμουν για πρώτη φορά μόνη μου στα ατελείωτα τετραγωνικά του σπιτιού και ήθελα να πάρει φωτιά, ήθελα να φέρω τη χθεσινή καταιγίδα πάνω απ΄ το κρεβάτι μου, φοβόμουν, και ήμουν ζωντανή, πρέπει να συμβεί κάτι το συγκλονιστικό. 


το πιο συγκλονιστικό είναι όταν ο Ν. ψέλνει αμανέδες, αυτό μ' αρέσει πολύ, τότε νοιώθω έναν ακαθόριστο πόνο και στοργή ταυτόχρονα

26.6.12

terra estrangeira




πρέπει να πάω στην πορτογαλία. πρέπει οπωσδήποτε να πάω στην πορτογαλία. και στη χώρα των βάσκων. τώρα που το θυμήθηκα, πρέπει να είναι σημαδιακό. την κυριακή γνώρισα έναν τύπο από 'κει, του απάντησα, άρα είσαι ισπανός, όχι, όχι, δεν είναι ισπανός, είναι βάσκος. πώς τα 'χουν καταφέρει αυτοί οι ισπανοί να περαμείνουν ένα κράτος, απορίας άξιο, χειρότεροι και απ' τους βέλγους είναι. ούτε η καταλονία είναι ισπανία, ούτε η ανδαλουσία, ούτε η χώρα των βάσκων (γι' αυτό την λένε και χώρα), στο τέλος μένει μόνο η μαδρίτη και τα γύρω χωριά.


fado, tapas, flamenco, pessoa, σαρδέλες κι ο ωκεανός, έχει αρχίσει και γέρνει η ζυγαριά...


(ΥΓ. terra estrangeira)