27.7.13

she never looked nice

“She never looked nice. She looked like art, and art wasn’t supposed to look nice; it was supposed to make you feel something.” — Eleanor & Park, Rainbow Rowell

3.7.13

date a girl who reads

“You should date a girl who reads.
Date a girl who reads. Date a girl who spends her money on books instead of clothes, who has problems with closet space because she has too many books. Date a girl who has a list of books she wants to read, who has had a library card since she was twelve.

Find a girl who reads. You’ll know that she does because she will always have an unread book in her bag. She’s the one lovingly looking over the shelves in the bookstore, the one who quietly cries out when she has found the book she wants. You see that weird chick sniffing the pages of an old book in a secondhand book shop? That’s the reader. They can never resist smelling the pages, especially when they are yellow and worn.

She’s the girl reading while waiting in that coffee shop down the street. If you take a peek at her mug, the non-dairy creamer is floating on top because she’s kind of engrossed already. Lost in a world of the author’s making. Sit down. She might give you a glare, as most girls who read do not like to be interrupted. Ask her if she likes the book.

Buy her another cup of coffee.

Let her know what you really think of Murakami. See if she got through the first chapter of Fellowship. Understand that if she says she understood James Joyce’s Ulysses she’s just saying that to sound intelligent. Ask her if she loves Alice or she would like to be Alice.

It’s easy to date a girl who reads. Give her books for her birthday, for Christmas, for anniversaries. Give her the gift of words, in poetry and in song. Give her Neruda, Pound, Sexton, Cummings. Let her know that you understand that words are love. Understand that she knows the difference between books and reality but by god, she’s going to try to make her life a little like her favorite book. It will never be your fault if she does.

She has to give it a shot somehow.

Lie to her. If she understands syntax, she will understand your need to lie. Behind words are other things: motivation, value, nuance, dialogue. It will not be the end of the world.

Fail her. Because a girl who reads knows that failure always leads up to the climax. Because girls who read understand that all things must come to end, but that you can always write a sequel. That you can begin again and again and still be the hero. That life is meant to have a villain or two.

Why be frightened of everything that you are not? Girls who read understand that people, like characters, develop. Except in the Twilight series.

If you find a girl who reads, keep her close. When you find her up at 2 AM clutching a book to her chest and weeping, make her a cup of tea and hold her. You may lose her for a couple of hours but she will always come back to you. She’ll talk as if the characters in the book are real, because for a while, they always are.

You will propose on a hot air balloon. Or during a rock concert. Or very casually next time she’s sick. Over Skype.

You will smile so hard you will wonder why your heart hasn’t burst and bled out all over your chest yet. You will write the story of your lives, have kids with strange names and even stranger tastes. She will introduce your children to the Cat in the Hat and Aslan, maybe in the same day. You will walk the winters of your old age together and she will recite Keats under her breath while you shake the snow off your boots.

Date a girl who reads because you deserve it. You deserve a girl who can give you the most colorful life imaginable. If you can only give her monotony, and stale hours and half-baked proposals, then you’re better off alone. If you want the world and the worlds beyond it, date a girl who reads.

Or better yet, date a girl who writes.

Rosemarie Urquico

____________________________


Γιατί πρέπει να βγεις ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει….  

Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει. Ανακάλυψε την στη μελαγχολική ζοφερότητα ενός μπαρ του συρμού,  ή στο καπνισμένο, ιδρωμένο και αλκοολούχο χώρο ενός club.  Όπου και να την βρεις φρόντισε να είναι με το χαμόγελο στα χείλη και σιγουρέψου ότι αυτό γίνεται πλατύτερο όταν η παρέα της στρέφει αλλού την προσοχή της.  Στην πορεία, απασχόλησε την με ελαφριά κουβεντούλα, διάλεξε «πεσιματικές» ατάκες χαμογελώντας αμυδρά και με νόημα.  Και ενώ η νύχτα μπαίνει για τα καλά οδήγησε την στην πόρτα της εξόδου.  Μην δώσεις σημασία στην όποια αβάσταχτη κούραση μπορεί προς στιγμήν να σε λυγίζει. Φίλησε την κάτω από την τρεμάμενη λάμψη της λάμπας του δρόμου ενώ βρέχει, όπως έχεις δει στις ταινίες, υποκρινόμενος ωστόσο ότι η σκηνή δεν έχει και κάποια ιδιαίτερη σημασία. Πήγαινε την στο διαμέρισμα σου και απάλλαξε τον εαυτό σου από τον ψυχαναγκασμό του «κάνω έρωτα». Απλά πήδηξε την.    

Στη πορεία άσε το βιαστικό συμβόλαιο που υπέγραψες –ούτε που κατάλαβες πως-  να εξελιχθεί αργά και βασανιστικά σε σχέση. Βρες κοινά ενδιαφέροντα και θέματα προς συζήτηση όπως το σούσι ή η μουσική. Φρόντισε να κτίσεις γύρω από αυτό ένα πολύ γερό οικοδόμημα, πασπαλισμένο με την αίσθηση της αίγλης του ιερού χώρου στον οποίο καταφεύγεις κάθε φορά  που η ατμόσφαιρα μεταξύ σας γίνεται χλιαρή και τα βράδια ατελείωτα. Μην σκέφτεσαι ιδιαίτερα και άσε απλώς τους μήνες να περνούν. Πρότεινε της να συζήσετε και άφησε στην ίδια την ευθύνη της διακόσμησης. Αναλώσου σε ανούσιους καβγάδες τύπου «κλείνουμε την κωλοκουρτίνα στην ντουσιέρα για να μην πιάσει μάκα» και άσε να περάσει ένας χρόνος χωρίς να το πάρεις χαμπάρι.  Από εδώ και εμπρός ξεκίνα να παίρνεις χαμπάρι.   

Στο μυαλό σου στριφογυρνάει η ιδέα ότι είναι μάλλον καιρός να παντρευτείτε, αλλιώς όλη η ιστορία θα είναι χαμένος χρόνος.  Κάλεσε την λοιπόν για δείπνο σε ένα υπερπολυτελές εστιατόριο με ονειρική θέα πολύ εκτός των οικονομικών σου δυνατοτήτων. Με μακάριο ύφος ζήτησε από το σερβιτόρο να της φέρει ένα ποτήρι σαμπάνια αφού έχει βάλει μέσα ένα αξιοπρεπές δακτυλίδι. Όταν το προσέξει κάνε της πρόταση με όσο ενθουσιασμό και ειλικρίνεια μπορείς να επιστρατεύσεις.  Μην σε νοιάξει ιδιαίτερα αν νοιώσεις την καρδιά σου να χτυπά σαν ταμπούρλο. Το ίδιο ισχύει ακόμα και αν δεν μπορείς να την νοιώσεις καθόλου. Εάν μεσολαβήσει χειροκρότημα κάνε σαν να μην τρέχει τίποτα. Αν κλάψει, χαμογέλασε σαν να είσαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.  Αν δεν κλάψει κάνε το ίδιο.

Άσε τα χρόνια να περνούν δίχως να δίνεις ιδιαίτερη σημασία. Ασχολήσου με την καριέρα σου, αγόρασε ένα σπίτι, κάνε δύο εντυπωσιακά παιδιά. Προσπάθησε να τα μεγαλώσεις καλά. Σταδιακά μπορείς να αρχίσεις να νοιώθεις αποτυχημένος. Απώλεσε λοιπόν την ύπαρξη σου μέσα σε μια βαρετή μονοτονία, σε μια μονοδιάστατη θλίψη. Πέρασε την κρίση της μέσης ηλικίας. Γέρασε. Στοχάσου πάνω στην ελλιπή πραγματοποίηση των στόχων σου. Κάποιες φορές νοιώσε ευχαριστημένος αλλά κυρίως νοιώσε κενός και ελαφρύς. Κατά την διάρκεια περιπάτων νοιώσε σαν να μην υπάρχει πια επιστροφή ή σαν να είσαι έτοιμος να σε πάρει ο άνεμος.  Στο τέλος συμβιβάσου με μια θανατηφόρα ασθένεια και αποδήμησε εις Κύριον αλλά…μόνο αφού έχεις συνειδητοποιήσει ότι με το κορίτσι που δεν διάβαζε η καρδιά σου δεν σκίρτησε ποτέ από οποιοδήποτε πάθος, και κανένας δεν θα γράψει την ιστορία της ζωής σας. Κατά τον ίδιο τρόπο, θα πεθάνει και αυτή μόνο με την αμυδρή και μέτριας έντασης θλίψη ότι η ικανότητα της να αγαπάει έπεσε στο κενό.     

Κάνε αυτά τα πράγματα, γαμώτο, γιατί τίποτα δεν είναι χειρότερο από ένα κορίτσι που διαβάζει. Κάνε τα, σου λέω, γιατί μια ζωή στο καθαρτήριο είναι καλύτερη από μια ζωή στην κόλαση. Κάνε τα γιατί το κορίτσι αυτό είναι γνώστρια του λεξιλογίου που μπορεί να περιγράψει αυτή την ακαθόριστη δυσαρέσκεια ως μια ανεκπλήρωτη ζωή.  Ένα λεξιλόγιο που αναλύει την εσωτερική ομορφιά του κόσμου και την κάνει δυνατή αναγκαιότητα αντί για φαντασιακή αναζήτηση. Το κορίτσι που διαβάζει έχει πρόσβαση σε ένα λεξιλόγιο που μπορεί να διακρίνει μεταξύ της απατηλής και απαθούς ρητορικής κάποιου που δεν μπορεί να την αγαπήσει, και της άναρθρης απελπισίας κάποιου που την αγαπάει πολύ. Ένα λεξιλόγιο που, γαμώτο, κάνει την κενού περιεχομένου σοφιστεία μου ένα φτηνό κόλπο.  

Κάνε τα γιατί το κορίτσι που διαβάζει κατανοεί σύνταξη. Η λογοτεχνία την έχει διδάξει ότι οι στιγμές τρυφερότητας έρχονται σε σποραδικά αλλά αναγνωρίσιμα διαλείμματα. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά ότι η ζωή δεν έχει γραμμική πορεία,  και θεωρεί δεδομένο ότι η παρακμή ρέει στην ίδια κατεύθυνση με την απογοήτευση. Ένα κορίτσι που έχει εμβαθύνει στη σύνταξη του λόγου αναγνωρίζει στις ακανόνιστες διστακτικές παύσεις ανάμεσα σε δύο ανάσες τη φύση του ψέματος. Επίσης, αντιλαμβάνεται τη διαφορά της μεμονωμένης στιγμής θυμού από την μόνιμη συνήθεια κάποιου να είναι πικρός και κυνικός ανεξάρτητα λόγου ή αιτίας· αυτή η συνήθεια θα παραμείνει ζωντανή και όταν έχει πακετάρει τα πράγματα της, έχει αποχαιρετήσει απρόθυμα, έχει αποφασίσει ότι πρόκειται για παύση και όχι για τελεία και…προφανώς θα συνεχίζεται εις τον αιώνα τον αιώνων αμήν. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το συντακτικό που ταιριάζει στο ρυθμό και στους κυματισμούς ενός «αγαθού» βίου.    

Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει γιατί το κορίτσι που διαβάζει γνωρίζει τη σημαντικότητα της πλοκής, μπορεί να εντοπίσει που τελειώνει ο πρόλογος καθώς και τις αιχμηρές εντάσεις της κορύφωσης. Τις νοιώθει στο πετσί της. Το κορίτσι που διαβάζει θα είναι υπομονετική σε μια διακοπή της δράσης, θα επισπεύσει τη λύση. Μα πάνω απ’ όλα γνωρίζει την αναπόφευκτη βαρύτητα του τέλους. Βρίσκεται στο στοιχείο της. Έχει αποχαιρετήσει χιλιάδες ήρωες με ένα σούβλισμα θλίψης όλο κ’ όλο στην καρδιά.  

Μην βγεις ραντεβού με ένα κορίτσι που διαβάζει γιατί τα κορίτσια αυτά είναι που αφηγούνται τις ιστορίες. Εσύ και ο Τζόυς, εσύ και ο Ναμπόκοφ, εσύ και η Γουλφ. Εσύ στη βιβλιοθήκη, στο διάδρομο αναμονής του μετρό, στη γωνία του καφέ, στο παράθυρο του δωματίου σου. Εσύ που αιωνίως κάνεις την ζωή μου αφόρητη. Το κορίτσι που διαβάζει έχει βγάλει έξω το τεφτέρι της ζωής της και είναι γεμάτο νόημα. Προσέχει οι αφηγήσεις της να είναι πλούσιες, το υποστηρικτικό καστ χρωματιστό και η γραμματοσειρά έντονη. Εσύ, το κορίτσι που διαβάζει, με κάνεις να θέλω να είμαι όλα αυτά που δεν είμαι. Αλλά είμαι αδύναμος και θα σε απογοητεύσω, αφού αυτό που έχεις ονειρευτεί είναι καλύτερο από αυτό που είμαι. Δεν θα δεχόσουν ποτέ τη ζωή για την οποία μιλούσα προηγουμένως. Δεν θα δεχόσουν τίποτα λιγότερο από πάθος, τελειότητα και μια ζωή άξια να αφηγηθεί. Αυτό ήταν. Τελείωσα μαζί σου κορίτσι που διαβάζει. Και μην ξεχάσεις με το επόμενο τραίνο να πάρεις και τον Χέμινγουεϊ μαζί σου. Σε μισώ. Δεν φαντάζεσαι πόσο πολύ σε μισώ. 

30.6.13

super glue is forever

are we still on for tomorrows dinner?
yeah
well let's make a deal, let's have sex but don't fall in love
and what is if i'm already?
what?
if i'm already in love
well i don't know... can you fall out..? fall out of love? until tomorrow?


27.6.13

25.6.13

χειμώνας

Ξύπνησα σήμερα και ήταν χειμώνας. το ημερολόγιο λέει 25 Ιουνίου και σ΄ ένα μήνα ακριβώς γυρίζω Ελλάδα, παρ΄ όλα αυτά βρίσκομαι ακόμα στο βόρειο ημισφαίριο και ειδικά από την Παρασκευή, που ήταν 21 Ιουνίου, έχουμε επίσημα καλοκαίρι. Δεν ξέρω γιατί σήμερα είναι χειμώνας. Έχει σκοτάδι και βρέχει, για την ακρίβεια ρίχνει κάτι σα χιονόνερο, αλλά το κυριότερο είναι πως έχει μια φρεσκάδα στην ατμόσφαιρα, αυτή τη δροσιά, το κρύο που τρυπώνει μέσα απ΄ το δέρμα σου και σε ξυπνάει κατευθείαν. Όσο και να λατρεύω τον ήλιο, αυτό το αναζωογονητικό κρύο είναι επιχείρημα υπέρ του χειμώνα.

Είναι απ΄ τα πρωινά που θες να ζεις μέσα σε μια φαντασίωση, μένοντας σπίτι, ακούγοντας τζαζ και διαβάζοντας άρθρα 'κουλτούρας' στις εφημερίδες (απ΄αυτά που φαίνονται πολύ ενδιαφέροντα, αλλά τελικά μόνο το 20% άξιζε να τα διαβάσεις). Και όλα τα βιβλία στη βιβλιοθήκη σου που σε περιμένουν γεμάτα υποσχέσεις τα τελευταία τρία χρόνια. Κι έτσι η κάθε μέρα έχει ένα επιχείρημα κατά της ενασχόλησης με τη διπλωματική, τη Δευτέρα κάνει ζέστη, την Τρίτη έχεις 'εξωτερικές δουλειές', την Τετάρτη έχεις τα γυναικολογικά σου, την Πέμπτη ξύπνησες στραβά, την Παρασκευή έχει κρύο και το Σαββατοκύριακο είναι γαμημένο Σαββατοκύριακο και θα 'πρεπε να κάνεις οτιδήποτε άλλο απ΄το να κλειστείς στη σχολή μπροστά απ΄το λάπτοπ ανάμεσα σε μισοτελειωμένες μακέτες.

Εν τέλει δεν ξέρεις τι σου φταίει και δεν ξέρεις τι θέλεις, χειμώνα ή καλοκαίρι, να δουλέψεις ή να τα ξύνεις, να μείνεις ή να φύγεις.

2.6.13

Bande à part

Ο μόνος τρόπος να υπάρξεις γενικά είναι να καταφέρεις να βρεις κάποιους ανθρώπους να επικοινωνήσεις. Η σωστή έκφραση είναι «να κάνεις μια συνωμοσία». Οι Blitz είναι μια τέτοιου είδους συνωμοσία.

 Χρήστος Πασσαλής στη lifo

7.5.13

simplicity

«...Για να κτυπήσω σκληρά αυτούς τους προδότες, θα στηριχτώ για μιαν ακόμη φορά στον αγαπητό μου Heidegger ο οποίος μάς λέει: ‘‘Το είναι των όντων είναι ό,τι πιο εμφανές υπάρχει, δηλαδή καθεαυτό πιο ωραίο και πιο σταθερό''. Αλλά ταυτόχρονα είναι αλήθεια ότι ‘‘κάθε ομορφιά είναι αποτέλεσμα τιθασεύματος. Είναι η συγκέντρωση των πιο ανταγωνιστικών προσπαθειών, ένας πόλεμος, μια μάχη''. Δυστυχώς, ‘‘για μας σήμερα, το ωραίο είναι αντιθέτως αυτό που ξεκουράζει, που αναπαύει και έχει για σκοπό την ηδονή. Η τέχνη ανήκει έτσι στον κόσμο των ζαχαρωτών. Αλλά αν η καλλιτεχνική ηδονή υπηρετεί την ικανοποίηση τού χαλαρού πνεύματος των ειδημόνων και των εστέτ ή την ηθική ανάταση τής ψυχής, αυτό δεν έχει καμία σχέση με την ουσία, η οποία βρίσκεται αλλού. Για την αισθητική, η τέχνη είναι η αναπαράσταση τού ωραίου με την έννοια τού ευχάριστου. Ενώ, στην πραγματικότητα, η τέχνη είναι πανηγυρική εκδήλωση τού είναι τού όντος''. (Εισαγωγή στη μεταφυσική)».

από εδώ

11.4.13

το θέατρο-πόλη

ασκήσεις προοπτικής, teatro olimpico, palladio, vicenza



the power of theatrical madness

Nachdem Heinrich von Kleists Penthesilea ihren Geliebten im Kampf zerfetzt hat, entschuldigt sie ihr "Versehen" mit den prominenten Worten: "Küsse, Bisse, das reimt sich, und wer recht von Herzen liebt, kann schon das Eine für das Andere halten."

11.3.13

Ulysses

Κρεβάτι της σύλληψης και της γέννησης, της τελείωσης του γάμου και της διάρρηξης του γάμου, του ύπνου και του θανάτου…
[…Αλήθεια πιο παράξενη κι από μυθιστόρημα … - XVII, Ιθάκη – σ. 400]

the nature of objects

If there is any hope of resurrecting Morris-esque resistance or Ruskinian ideology in a digital age, it is to recognise, as they did, that objects are not simply form but intrinsically politicised artifacts. And so are the technologies we use to produce them.

30.1.13

Αγγελία

«Πωλούνται τρεις αμαξάδες, καλά εκπαιδευμένοι και πολύ εμφανίσιμοι, δύο κομμωτές: ο ένας 21 ετών, ξέρει ανάγνωση και γραφή, παίζει μουσικό όργανο και εκτελεί χρέη αμαξηλάτη, πωλούνται επίσης πιάνα και εκκλησιαστικά όργανα.»

Αγγελία στη Μόσχα, 1801

22.1.13

paisaje urbano



Gordon Cullen, The concise townscape

12.12.12

Ο Πεζός

Ο παρεκκλίνοντας (Ο Πεζός του Ray Bradbury)

Το κάτωθι έργο το εμπνεύστηκε ο Bradbury το 1950 από μια τραυματική εμπειρία που είχε τη δεκαετία του 1940 με την Αστυνομία του Los Angeles, θεωρώντας ότι ήταν μια ένδειξη για την απειλή προς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πεζών και κατ' επέκταση των πολιτών.

Του Νικόλα Μιτζάλη


Το να εισέλθεις σε εκείνη τη σιωπή που βρισκόταν η πόλη στις οκτώ η ώρα ενός ομιχλώδους σούρουπου του Νοεμβρίου, να βάλεις τα πόδια σου πάνω σε εκείνη τη ρικνή τσιμεντένια υφή του περιπάτου, να ποδοπατήσεις τα χορταριασμένα διάκενα του γρασιδιού και να ανοίξεις δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες, διαμέσου των σιωπών, ήταν αυτό που ο κύριος Leonard Mead αγαπούσε του θανατά να κάνει. Στεκόταν πάνω στη γωνία μιας διασταύρωσης και περιεργαζόταν τους φεγγαρόλουστους διαδρόμους των πεζοδρομίων σε τέσσερις διευθύνσεις, για να αποφασίσει ποιον δρόμο να πάρει, λες και είχε κάποια σημασία. Ήταν μόνος σε αυτόν τον κόσμο του 2053 μ.Χ., ή ωσάν μόνος, και με μια παρμένη τελική απόφαση, με ένα επιλεγμένο μονοπάτι, αργαλεύοντας, με την ανάσα του να στέλνει σχηματισμούς παγωμένου αγέρα, όπως ο καπνός από πούρο.

Κάποιες φορές, περπατούσε για ώρες και για χιλιόμετρα και γυρνούσε μονάχα τα μεσάνυχτα στο σπίτι του. Στο δρόμο του έβλεπε τα σπίτια και τις μονοκατοικίες με τα σκοτεινά τους παράθυρα και ήταν σαν να περπατούσε μέσα από ένα νεκροταφείο, όπου μονάχα οι ασθενικές αχνοφεγγιές των πυγολαμπίδων τρεμόπαιζαν πίσω από τα παράθυρα. Ξαφνικά, γκρίζα φαντάσματα έμοιαζαν να σχηματίζονται στους εσωτερικούς τοίχους, όπου μια κουρτίνα παρέμενε αχρησιμοποίητη ενάντια στη νύχτα, ή υπήρχαν ψίθυροι και μουρμουρίσματα, ενώ ένα παράθυρο, σε ένα κτήριο που έμοιαζε με μαυσωλείο, παρέμενε ανοικτό.

Ο κύριος Leonard Mead κοντοστεκόταν, ανασήκωνε το κεφάλι του, άκουγε, κοίταζε, και προχώραγε με τα πόδια του να μην κάνουν θόρυβο στον φθαρμένο περίπατο. Εδώ και καιρό το είχε συνετά γυρίσει στα αθλητικά παπούτσια, όταν σεργιανούσε τη νύχτα, γιατί αλλιώς, εάν φορούσε σκληρά τακούνια, τα σκυλιά σε ακανόνιστες αγέλες θα συνόδευαν το ταξίδι του με γαβγίσματα, φώτα μπορεί να άναβαν, πρόσωπα θα εμφανίζονταν και ένας ολάκερος δρόμος θα ταρασσόταν με το πέρασμα μιας μοναχικής φιγούρας, της δικιάς του, το απόγευμα των αρχών του Νοεμβρίου.

Εκείνο το ιδιαίτερο απόγευμα ξεκίνησε το ταξίδι του με δυτική κατεύθυνση, προς την κρυμμένη θάλασσα. Υπήρχε μια καλή κρυσταλλένια πάχνη στον αέρα. "Έριχνε" μύτες και έκανε τα πνευμόνια να καίνε, όπως τα φώτα ενός χριστουγεννιάτικου δέντρου. Μπορούσες να αισθανθείς τα κρύα του φώτα να αναβοσβήνουν. Όλα τα κλαδιά γεμάτα με αόρατο χιόνι. Άκουσε με ικανοποίηση τον ήχο από την ανεπαίσθητη πίεση των μαλακών παπουτσιών του στα φθινοπωρινά φύλλα και, σηκώνοντας περιστασιακά ένα καθώς περνούσε, φύσηξε ένα κρύο, ήσυχο σφύριγμα μεταξύ των χειλιών του, εξετάζοντας τη σκελετική του μορφή στους σποραδικούς φανούς, καθώς προχωρούσε, μυρίζοντας τη γήινη, αποσαθρωμένη του οσμή.

«Γεια σου, εκεί», ψιθύριζε σε κάθε σπίτι κάθε πλευράς καθώς κινιόταν.
«Τι έχει απόψε στο Κανάλι 4, στο Κανάλι 7, στο Κανάλι 9; Πού είναι οι εφορμώντες καουμπόηδες, θα δω στον επόμενο λόφο το ιππικό των ΗΠΑ να διασώζει;»

Ο δρόμος ήταν ήσυχος, μακρύς και άδειος, με μονάχα τη σκιά του να κινείται σαν τη σκιά ενός γερακιού στη μεσοχώρα. Εάν έκλεινε τα μάτια του και καθόταν ακίνητος, παγωμένος, μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του στο κέντρο μιας επίπεδης, χειμερινής, απάνεμης ερήμου της Αριζόνας με κανένα σπίτι σε απόσταση χιλιάδων μιλίων, και μονάχα ξερές κοίτες ποταμού, τους δρόμους, για παρέα.

«Τι συμβαίνει τώρα;» ρώτησε τα σπίτια, παρατηρώντας το ρολόι χειρός του.
«Οι ειδήσεις των 8.30; Ώρα για καμιά δωδεκαριά δολοφονίες στη σειρά; Ένα κουίζ; Μια θεατρική επιθεώρηση; Μια πτώση κωμικού από τη σκηνή;»

Εκείνος ο μορμυρισμός γέλιου προερχόταν μέσα από ένα φεγγαρόχρωμο λευκό σπίτι; Δίστασε, αλλά προχώρησε όταν τίποτα περισσότερο δε συνέβη. Παραπάτησε πάνω σε μια ανισόπεδη επιφάνεια του πεζοδρομίου. Το τσιμέντο εξαφανιζόταν κάτω από τα λουλούδια και το γρασίδι. Στα δέκα χρόνια που περπατούσε νύχτα ή μέρα, για χιλιάδες μίλια, δεν είχε ποτέ συναντήσει άλλον περιπατητή, ούτε έναν σε όλο αυτό το διάστημα.

Έφτασε στη διασταύρωση ενός ανισόπεδου κόμβου που στεκόταν σιωπηλός, ενώ δύο κεντρικές αρτηρίες διέσχιζαν την πόλη. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, υπήρχε μεγάλη έξαρση αυτοκινήτων, τα βενζινάδικα ήταν ανοιχτά, ένα μεγάλο έντομο ρόιζε και ακατάπαυστοι ελιγμοί θέσης, καθώς σκαραβαίοι, με μια έντονη μυρωδιά να αναδύεται από τις εκκρίσεις τους, επιστρέφουν οίκαδε προς όλες τις κατευθύνσεις. Τώρα, όμως, κι αυτοί οι λεωφόροι έμοιαζαν με χείμαρρους σε μια άνυδρη εποχή, όλοι ακτινοβολώντας πέτρα, άσφαλτο και φεγγάρι.

Γύρισε πίσω σε έναν παράδρομο, κάνοντας κύκλους για το σπίτι του. Ήταν ένα τετράγωνο πριν τον προορισμό του, όταν το μοναχικό αυτοκίνητο έστριψε στη γωνία αρκετά απότομα και έριξε ένα άγριο λευκό κώνο φωτός πάνω του. Έμεινε αποσβολωμένος, όπως μια νυχτοπεταλούδα, ζαλισμένος από τη φωταγώγηση, και μετά μαγνητισμένος από αυτή.

Μια μεταλλική φωνή τον κάλεσε:
«Στάσου ακίνητος. Στάσου εκεί που είσαι! Μην κινείσαι!»
Σταμάτησε.
«Ψηλά τα χέρια σου!»
«Μα...» είπε.
«Τα χέρια ψηλά! Αλλιώς, θα πυροβολήσουμε!»

Η Αστυνομία ήταν, ασφαλώς, αλλά τι σπάνιο, απίστευτο πράγμα. Σε μια πόλη τριών εκατομμυρίων, υπήρχε μονάχα ένα περιπολικό εναπομείναν, δεν ήταν σωστό; Ακόμα και έναν χρόνο πριν, το 2052, την εκλογική χρονιά, το δυναμικό περικόπηκε από τα τρία αμάξια στο ένα. Το έγκλημα έφθινε. Δεν υπήρχε ανάγκη για αστυνομία, εκτός εκείνου του μοναχικού αμαξιού που περιδιάβαινε και περιδιάβαινε τους άδειους δρόμους.
«Το όνομά σου;» είπε το περιπολικό με ένα μεταλλικό σφύριγμα. Από το έντονο φως στα μάτια του δεν μπορούσε να δει τους άντρες που βρίσκονταν μέσα σε αυτό.
«Leonard Mead», είπε.
«Δυνατά!»
«Leonard Mead!»
«Δουλειά ή ιδιότητα;»
«Θα με λέγατε, μάλλον, συγγραφέα».
«Ανεπάγγελτος», είπε το αστυνομικό αυτοκίνητο, σαν να απευθυνόταν στον εαυτό του. Το φως τον κρατούσε ακίνητο, όπως ένα έκθεμα μουσείου.
«Μπορείς να το πεις κι αυτό», είπε ο κ. Mead. Είχε χρόνια να γράψει. Τα περιοδικά και τα βιβλία δεν πωλούνταν πια.

Τα πάντα συνεχίζονται στα τυμβοειδή σπίτια τη νύχτα, σκέφτηκε, συνεχίζοντας την ψευδαίσθησή του. Οι τάφοι, αναιμικά φωτισμένοι από το φως της τηλεόρασης, με τους ανθρώπους να κάθονται όπως οι νεκροί, με τα γκρίζα ή έγχρωμα φώτα να αγγίζουν τα πρόσωπά τους, χωρίς στην πραγματικότητα να τους αγγίζουν.

«Ανεπάγγελτος», είπε η φωνή από τον φωνόγραφο, συρίζοντας, «τι κάνεις έξω;»
«Περπάτημα», είπε ο Leonard Mead.
«Περπάτημα!»
«Απλά περπάτημα», είπε απλά, αλλά το πρόσωπό του κρύωσε.
«Περπάτημα, απλά περπάτημα, περπάτημα;»
«Ναι, κύριε»
«Περπατώντας για πού; Γιατί;»
«Περπατώντας για αέρα. Περπατώντας για να δω».
«Τη διεύθυνσή σου!»
«Eleven South Saint James Street».
«Υπάρχει αέρας στο σπίτι σου, έχεις κλιματιστικό, κύριε Mead;»
«Ναι»
«Και μήπως έχεις τηλεόραση στο σπίτι σου, την οποία και βλέπεις;»
«Όχι»
«Όχι;» Υπήρχε μια εύθραυστη ηρεμία που από μόνη της ήταν κατηγόρια.
«Είστε παντρεμένος, κύριε Mead;»
«Όχι»
«Άγαμος», είπε η αστυνομική φωνή πίσω από την πύρινη ακτίνα.

Το φεγγάρι ήταν ψηλά και καθαρά μεταξύ των άστρων και τα σπίτια ήσαν γκρίζα και σιωπηλά.

«Κανένας δε με ήθελε», είπε ο Leonard Mead με χαμόγελο.
«Μη μιλάς, εκτός εάν σου απευθύνουν τον λόγο!»

Ο Leonard Mead περίμενε στο κρύο φως.

«Απλά περπάτημα, κύριε Mead;»
«Ναι»
«Αλλά δε μας εξήγησες για ποιον λόγο»
«Εξήγησα: για τον αέρα, και για να δω, και απλά για να περπατήσω»
«Το κάνεις αυτό συχνά;»
«Κάθε βράδυ, για χρόνια»

Το περιπολικό έμεινε στο κέντρο του δρόμου, με το άτονο βομβητό τού ραδιοφώνου του.

«Λοιπόν, κύριε Mead», είπε.
«Αυτό είναι όλο;» ρώτησε ευγενικά.
«Ναι», είπε η φωνή. «Εδώ». Υπήρχε ένα σήμα, μια ταμπέλα. Η πίσω πόρτα του περιπολικού άνοιξε απότομα διάπλατα.
«Μπες μέσα».
«Ένα λεπτό, δεν έκανα τίποτα!»
«Μπες μέσα»
«Διαμαρτύρομαι!»
«Κύριε Mead»

Περπάτησε σαν κάποιον που απότομα μέθυσε. Καθώς προσπέρασε το μπροστινό παράθυρο του αυτοκινήτου, κοίταξε μέσα. Όπως το περίμενε, δεν υπήρχε κανένας στην μπροστινή θέση, κανένας στο αμάξι γενικά.

«Μπες μέσα»

Έβαλε το χέρι του στην πόρτα και περιεργάστηκε την πίσω θέση, που ήταν ένα μικρό κελί, μια μικρή μαύρη φυλακή με κάγκελα. Μύριζε πιρτσινωτό ατσάλι. Μύριζε αψύ αντισηπτικό. Μύριζε υπερβολικά καθαριότητα, σκληρότητα και μέταλλο. Δεν υπήρχε τίποτα το μαλακό εκεί.

«Εάν είχες μια γυναίκα να σου δώσει ένα άλλοθι», είπε η σιδερένια φωνή, «Αλλά...»
«Πού με πάτε;»

Το αυτοκίνητο δίστασε, ή μάλλον έκανε ένα αχνό κριγμό βομβητού μηχανής, σαν να βγάζει διάτρητες κάρτες, υπό το βλέμμα ηλεκτρικών ματιών.

«Στο Ψυχιατρικό Κέντρο Έρευνας Παρεκκλίνουσων Τάσεων»

Μπήκε μέσα. Η πόρτα έκλεισε με ένα μαλακό γδούπο. Το περιπολικό τσούλησε μέσα από τις λεωφόρους της νύχτας, αναβοσβήνοντας μπροστά τα αμυδρά του φώτα.

Πέρασαν ένα σπίτι σε ένα δρόμο, μια στιγμή μετά, ένα σπίτι σε μια ολόκληρη πόλη από σκοτεινά σπίτια. Ιδιαίτερα εκείνο το σπίτι, όμως, ήταν κατάφωτο, κάθε παράθυρο είχε έναν κραυγαλέα κίτρινο φωτισμό, αξιοπρεπή και ζεστό στο δροσερό σκοτάδι.

«Αυτό είναι το σπίτι μου», είπε ο Leonard Mead.

Κανένας δεν του απάντησε.

Το αυτοκίνητο κατηφόρισε στους άδειους δρόμους-κοίτες ποταμών και απομακρύνθηκε αφήνοντας τους δρόμους άδειους, τα πεζοδρόμια άδεια και κανέναν ήχο, καμία κίνηση εκείνο το ψυχρό βράδυ του Νοέμβρη.

27.11.12

Πικιώνης

« Ο Πικιώνης συμφωνούσε με αρκετά αιτήματα του μοντέρνου κινήματος στην αρχιτεκτονική αλλά απέστεργε ορισμένες ακραίες θέσεις του. Ιδιαίτερα τον ενοχλούσε το δόγμα του φονξιοναλισμού, ότι δηλαδή κατά τον σχεδιασμό ενός αρχιτεκτονήματος το πρωταρχικό μέλημα είναι η σωστή λειτουργία του,από την οποία θα προκύψει λίγο-πολύ αυτόματα και η μορφή του. Εδώ ο Πικιώνης αντέτασσε ως επιχείρημα μια φράση που έχει μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μου:“Δεν αγαπάς μια γυναίκα για την καλή λειτουργία των σπλάχνων της”»